Ανατροπή: Οι γυναίκες με πιο «θηλυκά» χαρακτηριστικά δεν κάνουν απαραίτητα περισσότερα παιδιά
Η θεωρία ότι «θηλυκά» γνωρίσματα σημαίνουν υψηλή γονιμότητα δεν στηρίζεται από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Μία νέα μελέτη αμφισβητεί τη διαδεδομένη αντίληψη ότι ορισμένα εμφανισιακά χαρακτηριστικά στις γυναίκες λειτουργούν ως δείκτες υψηλής γονιμότητας και είναι προτιμητέα από τους άντρες. Παρά τη διάδοση της θεωρίας τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αυτή τη γραμμή σκέψης. Η μελέτη τονίζει πως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη απ’ ό,τι υπονοούν στερεότυπες αντιλήψεις της εξελικτικής ψυχολογίας.
Οι άνθρωποι εμφανίζουν διακριτές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα —π.χ. ως προς την κατανομή λίπους, το ύψος της φωνής και τα χαρακτηριστικά του προσώπου— η ιδέα ότι αυτές οι διαφορές εξελίχθηκαν ως σήματα γονιμότητας δεν στηρίζεται σε δεδομένα. Η ανασκόπηση εξηγεί ότι πολλές από αυτές τις διαφορές ενδέχεται να μην σχετίζονται καν με την αναπαραγωγική ικανότητα, αλλά με ποικίλους βιολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που δεν συνδέονται με τη φυλετική επιλογή.
Η κλασική εξελικτική θεωρία λέει ότι οι άνδρες έλκονται από θηλυκά χαρακτηριστικά επειδή υποτίθεται ότι προαναγγέλλουν περισσότερους απογόνους. Ωστόσο, η ερευνητική εικόνα είναι θολή. Ακόμη δεν έχει αποδειχθεί ότι πιο «θηλυκές» γυναίκες γεννούν περισσότερα παιδιά. Το συμπέρασμα αυτό δείχνει ότι τα πολιτισμικά πρότυπα ομορφιάς συχνά ερμηνεύονται λανθασμένα ως εξελικτικά «σήματα».
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Οπως διαβάζουμε στο PsyPost, οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από 19 δημοσιευμένες εργασίες, καλύπτοντας πάνω από 125.000 γυναίκες σε διαφορετικές χώρες. Εξέτασαν χαρακτηριστικά όπως μέγεθος στήθους, αναλογία μέσης-γοφών, φωνητικές ιδιότητες και ακόμη τη σχέση μήκους των δαχτύλων. Το σημαντικό είναι ότι η ανάλυση εστίασε σε πραγματικούς δείκτες γονιμότητας — όπως αριθμό παιδιών και ιστορικό κυήσεων — και όχι σε έμμεσες εκτιμήσεις ή υποθέσεις.
Γιατί τα πιο γνωστά θηλυκά χαρακτηριστικά δεν προβλέπουν γονιμότητα
Η ανασκόπηση δείχνει ότι οι γυναίκες με λιγότερο «θηλυκή» αναλογία μέσης-γοφών τείνουν να έχουν περισσότερα παιδιά — πιθανότατα επειδή η εγκυμοσύνη αλλάζει μόνιμα το σχήμα του σώματος. Το πιο σημαντικό; Η μόνη μελέτη που συμπεριέλαβε γυναίκες πριν αποκτήσουν παιδιά δεν βρήκε καμία σχέση ανάμεσα στη φυσική αναλογία και τη μελλοντική γονιμότητα. Αυτό υποδηλώνει ότι το σώμα αντανακλά το παρελθόν, όχι το μέλλον.
Για το μέγεθος του στήθους, τα ευρήματα είναι αντιφατικά: άλλες μελέτες δείχνουν θετική σχέση, άλλες αρνητική και κάποιες καμία. Το ίδιο συμβαίνει με τον τόνο της φωνής και τη σχέση μήκους δαχτύλων. Επομένως, παρότι αναφέρονται σε θεωρίες για την έλξη, αυτές οι μεταβλητές δεν προβλέπουν με συνέπεια πόσα παιδιά θα κάνει μια γυναίκα. Η ανασκόπηση καταλήγει ότι η επιστημονική εικόνα είναι ασταθής και γεμάτη κενά.
Ορισμένες μικρές μελέτες σε αυτόχθονες πληθυσμούς, όπως οι Himba, έδειξαν ότι οι γυναίκες με μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη είχαν περισσότερους απογόνους. Ωστόσο, άλλες έρευνες δεν εντόπισαν αντίστοιχη σχέση. Η φυσική δύναμη φαίνεται να έχει μικρό ή καθόλου ρόλο στη γυναικεία γονιμότητα, κάτι που δείχνει ότι η αναπαραγωγή δεν «ανταμείβει» τα ίδια σωματικά γνωρίσματα στα δύο φύλα.
Η ανασκόπηση επισημαίνει ότι τα περισσότερα δεδομένα είναι στιγμιαίες μετρήσεις, άρα δεν ξεχωρίζουν αιτία από αποτέλεσμα. Οι μελέτες σε κοινωνίες με αντισύλληψη δεν αντικατοπτρίζουν φυσικά πρότυπα γονιμότητας. Επίσης, πολλά δείγματα είναι μικρά, με συνέπεια να χάνονται πιθανές συσχετίσεις. Οι ερευνητές τονίζουν ότι μόνο μακροχρόνιες μελέτες σε διαφορετικούς πληθυσμούς θα δώσουν πιο ασφαλή συμπεράσματα.
Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό Evolutionary Human Sciences.